Νανούρισμα

Μένω εδώ, αγκαλιασμένη με τα φάντασμα μου … να με κοιτά που κρατώ την χαρακιά εκείνη. Το κάψιμο από του γιατρού το λεπίδι … Εκεί που χρόνια τώρα, γινόταν ανάπαυλα νεαρών ταξιδιωτών. Μα πώς να περιγράψω τον πόνο μου; Όχι τόσο αυτόν τον σαρκικό … μα της ψυχή της ίδιας. Πόνος θαρρείς που σαν διαθήκη εισέπραξα, αργοπορημένη.

‘Μάνα, γιατί τούτο το δώρο μου κάμεις; ‘
Μα τα χείλη μανταλωμένα έμειναν σαν μια κρυφή μου σκέψη.
‘Μην μαθευτεί γοργόνα μου. Γερή να σταθείς στην γραμμή, πρώτη Αμαζόνα στην σειρά να μείνεις.’

‘Και πάλεψα για αυτό πολύ, μικρό αγγελούδι, πάλεψα για να μείνεις ζωντανή. Να δεις τον φάρο μας και εσύ. Μην με καταριέσαι αρχόντισσα και άσημο αναθρεμμένη μου. Είμαι εκεί… πάντα θα είμαι… Σε κάθε τίναγμα της βλεφαρίδας σου, θα είμαι εκεί. Σε κάθε κλάμα παιδικό, θα τρέχω να προφταίνω τον πόνο. Θα τον μασώ καλά, στα σπλάχνα τα δικά μου.
Μην με μισήσεις μόνο αστέρι μου, Γοργώ των αναμνήσεων μου. Να ξέρεις πόσο σε αγαπώ… πόσο πολύ θα σε αγαπώ… είσαι μωρό ακόμα… αγέννητο μέσα στην κοιλιά μου… μα ακούς τους χτύπους μου και εγώ την μικρή καρδιά σου.
Ότι και αν γίνει θα είμαι εδώ. Δίπλα σου, πλάι σου, μπρος σου… να κυνηγώ τις μοίρες τις χαμένες, που τάματα και στολίσματα ολημερίς τους κάνω. Να σε έχουν πάντα φυλαχτό… πυξίδα στην πορεία τους. Θα είμαι πάντα η σκιά, πριν και μετά από εσένα, προστάτης των αναμνήσεων και της ζωής σου. Θα είμαι πάντα εδώ…
Ξέρεις … η ιστορία μας, έχει γεννηθεί χρόνια πριν, πριν ακόμα γεννηθώ εγώ. Μα όλα είναι ίδια. Το κάθε τι… και όλα ξεκίνησαν με έναν μεγάλο έρωτα. Αυτόν που κάποια στιγμή θα ζήσεις και θα γευτείς και εσύ. Και εύχομαι να το ζήσεις τόσο έντονα και παθιασμένα, μα να έχεις μια ολοκληρωμένη ζωή. Όχι σαν εμένα που σε βρήκα και σε έχασα… όχι, σαν την μαμά μου, που δεν χάρηκε το χαμόγελο μου. Όλοι μου λένε πως της μοιάζω. Άραγε το ίδιο λένε και για σένα;
Ίσως κάποια στιγμή, να μάθεις την ιστορία του φάρου… για τις γυναίκες που μεγάλωσε, για τις στιγμές που κράτησε τόσο έντονα ακόμα και σήμερα, σαν το θυμίαμα από ένα ξεχειλισμένο, μα παρόλα αυτά καλό κρασί.
Ευχές πολλές σου δίνω, να τις κρατάς σαν ασημόσκονη στην χούφτα. Να γίνονται πουλιά λευκά… και να πετούν ψηλά, μαζί με εσένα. Τα όνειρα σου, ποτέ μην τα φυλακίσεις, ποτέ μην τα πατήσεις… ποτέ μην τα προδώσεις.
Είναι φορές που θέλω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, να φιλήσω το μέτωπο σου και να σου πω, το πόσο πολύ σε αγαπώ. Να σε πάρω από το χέρι και να σε περπατήσω στα δικά μου, όμορφα μονοπάτια… εκεί… πίσω από το δάσος, στη μισό γκρεμισμένη καλύβα που βλέπει το πέλαος. Στα βράχια που με νανούρισε η μάνα μου, πρώτη φορά. Να δεις μέσα από τα μάτια μου, την ζωή μου, αυτήν που δεν πρόλαβα να σου περιγράψω. Που σαν παραμύθι, θα σου απαγγείλω, ακόμα και πάνω στ αυτό το άψυχο χαρτί. Θα σου μιλήσω για μένα, την ζωή μου, τα όνειρα μου, τις ελπίδες μου… τις σκέψεις μου. Θα με μάθεις μέσα από λέξεις και εικόνες που θα σου δώσω. Να τις κρατήσεις καλά μέσα σου, σαν να είναι το μυστικό μας… η διαθήκη μου… το ημερολόγιο μου.
Μεγάλωσα και εγώ σαν εσένα… δίχως το γάλα της μάνας στα χείλη, δίχως το ζεστό της χέρι τα κρύα βράδια. Μεγάλωσα… ωρίμασα… ονειρεύτηκα, μέσα σε ένα κομμάτι θάλασσα. Σε μια στάλα από παραμύθι. Είχα καπετάνιο στην ζωή, πραγματικό καπετάνιο, που με έμαθε να πηδώ τα κύματα, να δαμάζω τα δάκρυα μου, μα πιο πολύ… να αγαπώ την ζωή. Εκείνη που μου χάρισε η μάνα η δική μου, που με αγάπησε πολύ και πάλεψε για μένα. Μα και αυτή, όπως και εγώ, δεν πρόλαβα αντίο να σου πω. Δεν θα τολμούσα να στο πω ποτέ… όχι γιατί δεν θα μπορούσα, μα γιατί δεν θα έπρεπε για ακόμα μια φορά, να αποχαιρετήσω κάποιον που αγαπώ. Ο λόγος που δεν έφυγα ποτέ από το νησί, είναι για να μην χάσω την αύρα της, τη μυρωδιά της, που ακόμα και τώρα υπάρχει στον αέρα. Και να σου πω την αλήθεια, την ένιωσα… την άκουσα… με άγγιξε απαλά και άφησε το σημάδι της, για πάντα μέσα μου. Το σημάδι εκείνο, που μου έδειξε, ότι τα πάντα στην ζωή , εξαρτώνται από εμάς.
Να ξέρεις, πως πάντα θα είμαι σε ένα ηλιοβασίλεμα και θα σε κοιτώ. Θα καθοδηγώ τα νήματα σου και θα δίνω ώθηση στα όνειρα σου. Δεν θα σε αφήσω ποτέ, μα ποτέ να το βάλεις κάτω. Θα μάθεις να είσαι δυνατή, όπως εγώ… όπως η μαμά μου.
Γιατί είμαστε πλάσματα της θάλασσας εμείς, και οι ψυχές μας, ταξιδεύουν μέσα από το κύμα, κάτω από το νερό. Και όταν θέλουν να ρίξουν κλεφτές ματιές πέρα από τον βυθό, τότε ξεπηδούν και γίνονται δροσοσταλίδα. Που να τις δεις, όταν χορεύουν στην άκρη της θάλασσας, εκεί που το ηλιοβασίλεμα παίζει βιολί και το φεγγάρι, έχει στα δάχτυλα του πλήκτρα. Κάποτε, έτσι μου περιέγραψε ο παππούς τον θάνατο… όμορφα… χωρίς φόβο… και εγώ τον πίστεψα, γιατί το είδα… κάθε απόγευμα καθόμουν στον εξώστη, πάνω στον φάρο… και έβλεπα την πιο όμορφη παράσταση, που έχω δει ποτέ! Η πρώτη θέση, είναι εκεί… στα βράχια… εκεί που το νερό αγγίζει τα άκρα σου και το κορμί σου ριγάτε…
Κολύμπα! Μάθε να ζεις κάτω από το νερό. Είσαι κομμάτι από την θάλασσα μου! Έτσι με έλεγε εμένα ο παππούς… θάλασσα του… και μεγάλωσα με αυτήν την νοοτροπία… ελεύθερη. Να ήξερες τι δύναμη κρύβει αυτή η λέξη… ελευθερία. Έτσι έζησα μα ζωή, υποστηρίζοντας με όλη μου την δύναμη, την ελευθερία μου, στο κάθε τι. Να απλώνω τα χέρια μου, μέσα στο νερό και να ταξιδεύω… να φεύγω. Να έχω πάντα ανοιχτά τα μάτια και να κοιτώ τον ουρανό… να ήξερες πόσο ελεύθερη ένιωθα…
Μα όλα αυτά θα ήθελα να στα διδάξω εγώ… δεν πρόλαβα… συγνώμη. Συγνώμη που δεν ήμουν εκεί στα πρώτα βηματάκια σου, μικρό μου αγγελούδι… Να ήξερες πόσο πολύ το λαχταρούσα…
Μα αν μου δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία, τότε και πάλι θα επέλεγα να δώσω σε εσένα πνοή. Την ευκαιρία να ονειρευτείς, να ερωτευθείς… να ζήσεις.’

Κοίταξε για λίγο την θάλασσα… χάιδεψε την μεγάλη κοιλίτσα της και άφησε το χαμόγελο της, να βγει συντροφιά με το δάκρυ της.
«Εδώ είσαι πριγκηπέσα μου; Τι κλαίς;»
«Με θρηνώ…»
«Τι κάνεις;»
«Γράφω γράμμα στην μικρή…»
«Γιατί;»
«Δεν θα προλάβω, να τις τα πω…»
«Έλα μην ακούω βλακείες! Τι είναι αυτά που λες;»
« Γιάννη, να της λες συνέχεια πόσο την αγαπούσα. Να της το θυμίζεις πάντα. Δεν θέλω να με ξεχάσει.»
«Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει; Όλα θα πάνε καλά! Δεν θα σε αφήσω…»
Και τα δάχτυλα μου, μπρος στο στόμα του έμειναν. Χάιδεψα τα καλοσχηματισμένα χείλη του, το πρόσωπο του…
«Θα μου λείψεις…»
Σιωπή… σιωπή και δάκρυα… δάκρυα και ο θρήνος του γλάρου να ηχεί μες την καρδιά μου.
«Γιατί ψυχή μου θρηνείς Που είναι η δύναμη σου;»
«Την αφήνω προίκα, στην κόρη μου…»
‘ Ο μπαμπάς σου… όμορφος άνθρωπος… αγνός… καθαρός… μια ψυχή τόσο γαλήνια και όμορφη. Οι λέξεις είναι λίγες για να τον περιγράψω. Με αγάπησε όσο κανείς… με άγγιξε στην ψυχή… στο νου… στην καρδιά. Μου στάθηκε τόσο πολύ… να… κάθεται δίπλα μου τώρα, με κοιτά που σου γράφω. Μου λέει, ότι είμαι χαζή, ότι άδικα το κάνω… Μα ξέρει… με ξέρει. Να τον σέβεσαι και να τον αγαπάς. Θα σου μάθει πολλά…’

Τον κοίταξε και ένα χαμόγελο βγήκε από τα θλιμμένα χείλη της.
«Τι, καλέ;»
«Για σένα της λέω…» Το χαμόγελο της, έκανε τα μήλα από τα μάγουλα, να υψωθούν.
«Τι της λες;» Με ένα παιχνιδιάρικο ύφος.
«Ότι είσαι χαζούλης…» Και τα χείλη μου, έσμιξαν με τα δικά του… έμειναν εκεί για δευτερόλεπτα…

‘ Σε ποιον να μοιάζεις άραγε; Πως είσαι; Αχ και να μπορούσα να σε νιώσω για λίγο… μα σε νιώθω… μέσα μου, μάλλον με νιώθεις και εσύ, μόλις κλώτσησες.’

Πήρε το χέρι του και το ακούμπησε επάνω στο καρπό τους. Το λευκό της φόρεμα, έπεφτε σαν μετάξι επάνω στο κορμί της.
«Το ένιωσες;»
Την κοίταξε όλο χαρά και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί, Έσκυψε στην κοιλιά της και…
«Η μαμά σου, σε αγαπάει πολύ!!»
Τώρα το κεφάλι της γίνεται προσκυνητής και τα χείλη της, δρόσισαν το μέτωπο του.
«Η μαμά… Σας αγαπάει πολύ και τα δύο. Να μου την προσέχεις φύλακα μου. Να την αγαπάς πολύ… Ε και καμιά φορά, να της μιλάς για μένα.»
«Πάντα θα της μιλώ για σένα… Μα τι λέω; Γιατί με βάζεις σε αυτό το τρυπάκι; Δεν θα πάθεις τίποτα, σταμάτα πια!»
Εκείνη, απλά του χαμογέλασε… μα τα μάτια της βούρκωσαν και μέσα από το δάκρυ, έβγαινε η μορφή του.
“Της είπε ότι πάντα θα είναι δίπλα της και θα είναι δικιά του. Ένας βράχος και μια θάλασσα. Μια θάλασσα που πάντα θα τον χαϊδεύει και άλλοτε θα τον μαστιγώνει, μα ένας βράχος… πάντα εκεί.”

‘Ξέρεις, πίστευα ότι ανέκαθεν ήμουν δυνατή στη ζωή μου, πάλεψα και στάθηκα στα πόδια μου. Έζησα όσο πιο όμορφα μπόρεσα… ίσως καμιά φορά να με έβρισκες κλεισμένη στην σπηλιά μου, μα ακόμα και τότε, ήμουν καλά… Δεν ήμουν εύκολος άνθρωπος… ακόμα και τον μπαμπά σου, τον παίδεψα αρκετά… μα στο τέλος τον αγάπησα. Και ξέρεις… τον αγάπησα πολύ… κυρίως γιατί μου έδωσε εσένα… μα και γιατί με έκανε να τον αγαπήσω τόσο δυνατά, τόσο βαθιά… Γιατί με έκανε να νιώσω αυτό το πολύτιμο συναίσθημα… γιατί ήμουν εγώ.
Να μου τον προσέχεις μονάκριβή μου. Όπως και εκείνος εσένα.
Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά… ίσως γιατί δεν πρόλαβα ποτέ να απολογηθώ σε εσένα… απολογηθώ… δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, μα κάπως έτσι νιώθω. Σου χρωστάω μια συγνώμη… που δεν πρόλαβα να σε φιλήσω… να σε θηλάσω… να σου δώσω, όση αγάπη είχα μέσα μου. Συγνώμη, που δεν με γνώρισες… που δεν είπες μαμά… που δεν το άκουσα.
Δεν θα ήθελα ποτέ να με κατηγορήσεις. Μα ακόμα και αν το κάνεις, σε νιώθω απόλυτα. Το έκανα και εγώ με την δική μου. Μα όχι γιατί με άφησε… μπορεί όμως τελικά να ήταν και αυτό… Απλά ένα “γιατί”, με ταλανίζει ακόμα, ένα γιατί που προφανώς θα αναρωτιέσαι και εσύ. Γιατί να σε κρατήσω; Γιατί να μην αγωνιστώ… θα με καταλάβεις πιστεύω, αν όχι τώρα… κάποια στιγμή θα καταλάβεις. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι ακόμα και έτσι, στάθηκες δυνατή στην ζωή σου. Μην ξεχνάς… είσαι η κόρη μιας Αμαζόνας… μιας Αμαζόνας που έμαθε να παλεύει στην ζωή και να μην φοβάται να αντιμετωπίσει, να δει, να νιώσει… πέρα από οτιδήποτε.’

Με ένα κομμάτι χαρτί και μια πένα, βρέθηκε εκεί… εκεί που καιρό είχε να πάει.
Το μάρμαρο δρόσισε το κορμί της και το αεράκι, σαν αερικά, τριγύρω της σκορπίστηκαν. Να χορεύουν πάνω στο δέρμα της, να πειράζουν τα λυτά μαλλιά της.

«Είδες; Η μικρή μου… μα δεν ξέρω αν θα την προλάβω. Εύχομαι να την φτάσω όμως, σαν και εσένα. Ίσα να την θηλάσω, να την αγγίξω… να πάρω τις γρήγορες ανάσες τις μαζί μου… Θα προλάβω άραγε μάνα;»
Τα δάχτυλα της, έγιναν φίδια ζεστά, προστάτες στην κούνια του Ηρακλή… φίδια τρυφερά από τα μαλλιά της Μέδουσας… ένα μικρό συρματόπλεγμα για την μονάκριβη της,
Ο καπνός από τα μυρωδικά, γαργάλισε την μύτη της και το λιβάνι γλύκανε την σκέψη της.
«Μάνα… δεν φοβάμαι… μα θα μου λείψει. Θέλω να σταθεί δυνατή και να παλέψει για την ζωή της, όπως εγώ.. Μάνα… μου λείπεις.»

Η μαύρη καγκελένια πόρτα, έτριξε πίσω της και το ηλιοβασίλεμα τώρα, βράχηκε στο σκέπασμα της θάλασσας. Μα τώρα η σκιά της μένει εκεί … ξαπόστασε δίπλα από μια φωτογραφία … από ένα λιβάνι και ένα καντήλι.

OLYMPUS DIGITAL CAMER
‘Μάνα … σε αγαπώ. Να ήξερες πόσο πολύ θα ήθελα να το ακούσω, πόσο πολύ θα ήθελα να το πω και εγώ. Μα εγώ την πρόλαβα … όσο την θυμάμαι … ίσα που μιλούσα.’

Τα χείλη της ψέλλιζαν σε όλη την διαδρομή για την επιστροφή, ένα σκοπό
“ Κάθε που νιώθω μοναξιά, σκέφτομαι πως υπάρχεις
Και θέλω να έρθω εκεί κοντά, τίποτα να μην πάθεις…
Να με θυμηθείς… δεν φταίω εγώ
Μέσα μου θα ζεις…”

Η πράσινη πύλη άνοιξε και η Μέδουσα χαιρετισμό της κάνει…
Τώρα όλα σαν αργεί ταινία μοιάζουν… με ένα φάρο που άνοιξε τις πύλες της στο διάβα, ένα φόρεμα λευκό, να γλύφει το σκάλισμα στον τοίχο και να φλερτάρει στο κάλεσμα του αέρα… Ένας ιππότης, να την προσμένει και ο προβολέας τώρα, φέγγει μονάχα για δυο…
Τα χρώματα της άλλαξαν και από πένθιμα γινήκαν νυφικά.
Δεν τολμούσε να της χαρίσει από τώρα θλίψη… δεν ήθελε να δει την σκιά να πέφτει πάνω της σαν μόρα. Ήταν η συνέχεια της, η λύση της… η αγάπη της. Θέλει όμορφα χρώματα να θωρεί πάνω της… μητρικά.
«Πριγκηπέσα άργησες. Δεν θέλω να είσαι μόνη…»
«Δεν είμαι μάτια μου, έχω την κόρη μας συντροφιά.»
Ένα φιλί στο σώμα και ένα στην καρδιά, πάνω στο στήθος που μαχαιριά έλαβε… μα γάλα θέλει να προσφέρει και μια ξεκούραστη αγκαλιά.
«Γρήγορα τρέχει η καρδιά σου…»
«Τρέχει να προφτάσει.»
Τα χέρια του την έσφιξαν τόσο πολύ μέσα στην αγκαλιά του, πάνω του… Έγινε ένα με εκείνη. Ανάσαινε στο φόρεμα της, πάνω στον καρπό τους… την ζέσταινε… την ένιωθε. Μα κάπου τα δάκρυα πάγωσαν και λίμνη κάναν στην Γοργώ… και εκείνη το ένιωσε, τινάχτηκε… έσπευσε να κολυμπήσει.
Τα δάχτυλα της, φέραν το πρόσωπο του, στα μάτια της μπροστά.
«Κλαίς καλέ μου;»
Σιώπησε… και το πρόσωπο έμεινε να ζεσταίνει την Γοργώ.

‘ Εύχομαι μάτια μου γλυκά, να πάρεις τόση αγάπη, όση πήρα και εγώ … μα και να δώσεις άλλη τόση. Να την γευτείς, σαν ένα γλυκό βύσσινο … μια γεύση που αργεί να ξεθυμάνει από δικά σου χείλη. Άσε την καρδιά σου ανοιχτή και πέτα. Να ξέρεις ομορφιά μου, πως η ζωή μας είναι ένα παραμύθι … εμείς το κάνουμε έτσι … εμείς ορίζουμε το τέλος, την μέση … εγώ το δικό μου το έζησα, μα τέλος δεν του βάζω … κάνει αρχή ξανά με εσένα.
Θα σε αγαπώ πάντα … συνήχησε να ζεις και κυνήγα τα όνειρα σου.’

Με αγάπη στην μονάκριβη γοργόνα, που κολυμπά ακόμα μέσα μου.

Αριάδνη Γεωργίου
2006

«Καληνύχτα πριγκηπέσα…»
«Καλό σου βράδυ ανάσα μου.»
Μια αγκαλιά και ένα φιλί, τούτο το βράδυ κλείνουν.

(Ανέκδοτο απόσπασμα από το βιβλίο ‘Eίναι η βροχή μια θάλασσα γαλάζια’)

0
(Visited 9 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *