Τι γίνονται τα αστεράκια μαμά;

Ξέθαψα μια ιστορία παλιά, ίσως γιατί είχα ανάγκη να το κάνω, ίσως γιατί είχα ανάγκη να σας δείξω τα πιο απλά πράγματα που έχει η ζωή. Επώδυνα δεν λέω, μα είναι από τις πιο όμορφες στιγμές σε ένα μαύρο και καθημερινό τοπίο των σημερινών δεδομένων.
Ξέθαψα μια ιστορία γιατί μου το ζήτησαν εκείνοι που πίστεψαν σε εμένα, εκείνοι που έζησαν κοντά μου, εκείνοι που δάκρυσαν μαζί μου.
Ξέθαψα μια ιστορία για να φύγω πιο ήρεμη, ήρεμη ότι το είπα…
Ξέθαψα μια ιστορία για μένα.

Σκηνή 1η
-Θυμάσαι; Ήρθε η ώρα, νομίζεις ότι μπορείς;
-Το είχαμε πει εξάλλου… Θυμάσαι;
Η γραμμή παρέμεινε ανοιχτή μα τα λόγια δεν περνούσαν μέσα από το ακουστικό, έμειναν να ακούν την σιωπή του άλλου και να νιώθουν το χαμόγελο.
-Αύριο μπορείς; Η καρδιά της έπαιζε ταμπούρλο και τα χείλη της άφηναν σημάδια από τα δόντια…
-Μπορώ! Θα βρεθούμε εκεί;
-Ναι και εύχομαι όλα να πάνε καλά..
-Θα πάνε… Ήταν τόσο σίγουρος ότι θα γίνει, τόσο πολύ το ήθελε και εκείνος…

Ημέρα:Δευτέρα
Ώρα: 09:00 π.μ.

Ένας άνδρας μεσαίου αναστήματος, φαίνεται να στρίβει τσιγάρο στα σκαλιά του κτιρίου και ο ήλιος βαραίνει τα βλέφαρα του. Τα χέρια του μπλεγμένα με καπνό και διάφανο χαρτάκι Rizla και μία σταγόνα σάλιου να ενώνει μέχρι το τέλος το δεσμό τους. Για ακόμα μια φορά περιμένει, περιμένει μετά από καιρό… από πολύ καιρό…

-Πολύχρονη. Την φίλησε στο μάγουλο και ο καπνός βγήκε αργά από τα πνευμόνια του. Είσαι καλά;
– Είμαι επίσημα 35, με ένα όνειρο αγκαλιά και μια στιγμή να με περιμένει μέσα. Του χαμογέλασε καθώς κατάλαβε ότι ήταν απλό και κατανοητό από εκείνον, πάντα ή σχεδόν πάντα καταλάβαινε τι εννοούσε. –Εσύ;
-Είμαι καμένος από χέρι, παραμένω μαλάκας και έχω την δουλειά των ονείρων μου.
-Σαν να μην πέρασε μια μέρα… όντως παραμένεις ίδιος..
-Μαλάκας (την συμπλήρωσε).
– Όχι ακριβώς αλλά ξέρεις εσύ. Το χαμόγελο της παρέσυρε και το δικό του και η μια σιωπή έφερνε την άλλη. – Είσαι καλά;
– Είμαι… και είμαι εδώ. Θα μπούμε; Είσαι έτοιμη;
Μια βαθιά ανάσα και το βλέμμα της κοίταξε ψηλά, όχι στον Θεό, μα στα παράθυρα του κτηρίου, σαν να ικέτευε να πάνε όλα καλά.
-Θα μου στρίψεις ένα;
Χαμογέλασε και έβγαλε τον καπνό από την κωλότσεπη. – Ακόμα τα ίδια καπνίζεις βλέπω…
-Ναι, ακόμα το κόβω… αλλά τώρα δεν μπορώ να μην κάνω… Κοιτούσε το πάτωμα και δάγκωνε ξανά τα χείλια της… -και αν …
-Τίποτα. Δεν έχει αν… Είμαστε εδώ και όλα θα πάνε καλά. Λες να μην τους κάνουμε; Μμμμμ (Μόρφασε και λύγισε ελαφρά την μέση).
-Λες να μας πούνε να διαλέξουμε;
-Εγώ θα διαλέξω την ψιλή ξανθιά με το μεγάλο μπούστο πάντως! Αμέ!
-Και εκείνη ποιον; Παιχνίδισμα από το παρελθόν που ξύπνησε λίγο πριν τον πανικό τους, λίγο πριν από το να αλλάξει η ζωή τους.

Σκηνή 2η

Ημέρα:Δευτέρα
Ώρα:10:00

-Ναι ετοιμάζω το δωμάτιο, δεν ξέρω πως θα χωρέσουμε, αλλά περιμένω πως και πώς να με πάρουν τηλέφωνο και να μου πουν «Κυρία Γεωργίου, συγχαρητήρια…», νομίζω ότι κάπου εκεί θα έχω λιποθυμήσει, ότι θα έχει απλά χαθεί ο κόσμος… ναι το ξέρω ότι καλό είναι να μην χαθεί… όχι… ότι θέλει και ότι έχει ανάγκη θα έρθει, δεν με νοιάζει…
Η θολή φιγούρα της, η σκοτεινή φιγούρα της χανόταν μέσα από τις ακτίνες του ήλιου, μέσα από τον καύσωνα της εποχής. Η κουρτίνα έμεινε στάσιμη και το τζάμι καθρέφτιζε το πρόσωπο της. Φαινόταν ήρεμη σχετικά, από τις λίγες φορές, σαν τότε που άκουσε τον πρώτο χτύπο, που ένιωσε μάλλον την πρώτη επαφή μέσα από κάτι που δεν υπήρχε… μα είχε περάσει καιρός από τότε… Έκλεισε την γραμμή και περπάτησε ξυπόλυτη μέχρι τον διάδρομο, είχε ακόμα δουλειά να κάνει… μα μια σκιά φαινόταν πίσω από την πόρτα του διαδρόμου, μια σκιά που χρόνια τώρα τριγυρνάει γρατζουνίζοντας την σάρκα εκείνη που την φροντίζει, μια σκιά που τα αυτιά της τώρα άφηνε να φανούν από απροσεξία. Με την χαρά και την ανυπομονησία που είχε που να προσέξει την γάτα που κυνηγούσε τα πόδια της, τελικά όσο και να μεγάλωνε αυτή η γάτα δεν άλλαζε χαρακτήρα, σαν την μαμά της… ελεύθερη και γνήσια, πεισματάρα και παιχνιδιάρα(καλά για το τελευταίο δεν ήμαστε σίγουροι ότι το πήρε από την μαμά), μα θα άντεχε σε κάτι που ίσως πολύ σύντομα θα έμπαινε στον χώρο της;
-Ρε τριχόμπαλα έλεος πια! Κανόνισε να πέσω και να τρέχουμε και φυσικά τώρα που το θυμήθηκα, γιααα έλα κυρία μου να κόψουμε νυχάκια! Το αυτί της γάτας πετάρισε από την παρεμβολή της υποφαινόμενης απειλής και εξαφανίστηκε. – Έλα είπαααα. Ένα σπίτι που είχε μέσα του έναν τυφώνα, μια γυναίκα και μια γάτα να μπαινοβγαίνουν σε όλα τα δωμάτια και ένα μπαλκόνι να ζεματά τις γυμνές τους πατούσες.
Μα το τρεχαλητό σταμάτησε απότομα από το κουδούνισμα του τηλεφώνου.
-Παρακαλώ; Και η καρδιά σταμάτησε για δευτερόλεπτα όπως και η ανάσα της που με το ζόρι βγήκε. – Γεια σου, όχι ακόμα δεν είχα νέα, είσαι καλά; Μπράβο του μωρέ, θα περάσεις από εδώ; Τι ώρα; Οκ.
Κάθισε στο γραφείο της μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή, ένα κλικ και ένας φάκελος με φωτογραφίες άνοιξε και μια ουρά τριχωτή εμφανίστηκε χαϊδεύοντας την μύτη της. –Αυτό το συνήθειο σου ρε παιδί μου… Και τα δάχτυλα της σκούντησαν την αιωρούμενη ουρά. Χάζευε τις φωτογραφίες και στο μυαλό της είχε το πότε θα μπει και εκείνη η καινούργια ανάμεσα σε αυτές, εκείνη η στιγμή που περίμενε πως και πως.

Σκηνή 3η

-Κράτα τον! Πρόσεχε, σιγά σιγά, ουφ…
-Χαλάρωσε, δεν θα τον πετάξω. Τρέμω ακόμα το πιστεύεις;
-Αμ εγώ τι κάνω;
-Το κατάλαβα, χαθήκαμε γύρω από την γειτονιά σου, ούτε αυτό το σταμάτησες ε;
-Ψόφα! Δώσε μου τον να τον κρατήσω λίγο… ώ Θεέ μου, όποιος και αν είσαι σήμερα σε αγαπώ!
-Που είναι η μηχανή;
– Πίσω σου, στο ράφι…
Ένα κλικ και η πρώτη φωτογραφία έμεινε παγωμένη στην οθόνη, μια φωτογραφία με τα χείλη της να προσκυνούν την ζωή, με τα μάτια κλειστά, σφραγισμένα σε εκείνη την στιγμή.
-Έλα να σε βγάλω και εγώ. Του χαμογέλασε και έκανε κίνηση να σηκωθεί.
-Κάτσε εκεί που είσαι, θα μας βγάλω και τους τρείς.
Τρείς και μια ουρά μπλεγμένη στα πόδια τους, μια ουρά που αργότερα θα μπλεκόταν στα πόδια κάποιου άλλου.

Σκηνή 4η

-Μικρούλι, θα έρθει να σε πάρει ο μπαμπάς σήμερα, ναι; Φιλάκι;
Τον κοιτούσε να μπαίνει στον παιδικό σταθμό και η καρδιά της φτερούγιζε, ήθελε να τρέξει να τον πάρει αγκαλιά, όχι για να μην τον χάσει, μα γιατί της είχε ήδη λείψει η μυρωδιά του. Τα δαχτυλάκια του τα μικρά, τα προσωπάκι αυτό το γλυκό και αθώο… το τρεχαλητό στο ξύλινο πάτωμα κυνηγώντας μια γάτα, μια γάτα που ίσως να ήταν η μοναδική φορά που άφηνε κάποιον να το κάνει, η μοναδική φορά που ερωτεύτηκε κάποιον για να αφήσει να το κάνει.
Η ώρα πέρασε και βρέθηκε η στιγμή που στο σπίτι έμπαινε και πάλι ζωή.
-Καλώς τους! Τον φίλησε στο μάγουλο, μάλλον τους φίλησε και πήρε τον μικρό αγκαλιά.
-Πως ήταν τσιπιρίκο σήμερα;
-Μάθαμε καινούργιες λέξεις… και η περηφάνια στο πρόσωπο του ξεχείλιζε. Τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω του και…
-Δεν υπάρχει περίπτωση! Δεν του είπες…;
-Ωωω ναι! Μα αν δεν το ήξερε το παιδί μου, ποιος θα το ήξερε;
-Βρε άκαρδε και ανώμαλε πατέρα, είναι μωρό ακόμα!
-Είμαστε άνδρες!
-Μέντολες είστε αλλά τέλος πάντων!

Σκηνή 5η

-Μαμά…;
-Έλα καρδιά μου. Καρφωμένη στον υπολογιστή να κάνει την δουλειά της.
-Ο μπαμπάς γιατί δεν μένει εδώ;
Πάγωσε, έπρεπε να το παρουσιάσει όμορφα, σαν παραμύθι, κάτι που δεν θα το πληγώσει, μα θα το προστατέψει. Γύρισε στο μέρος του, έσκυψε στο ύψος και το κοίταξε στα μάτια, όσο μπορούσε να κοιτάξει κάποιον στα μάτια.
-Καρδούλα μου, θα σου πω μια ιστορία, μια όμορφη ιστορία, αλλά δεν θέλω να τρομάξεις ναι; Κούνησε θετικά το κεφαλάκι του και το χεράκι του χώθηκε μέσα στην παλάμη της. Την έσυρε μέχρι το κρεβάτι, την έβαλε να ξαπλώσει και να κολλήσει με την σειρά του πάνω της.
– Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Ήταν συνέχεια μαζί, πολλές ώρες, πολλές στιγμές… τους άρεσε. Τα χρόνια πέρασαν μα κάτι δεν πήγε καλά και έτσι για μεγάααλο διάστημα χάθηκαν.
-Τσακώθηκαν;
-‘Όχι μάτια μου, απλά καμιά φορά οι μεγάλοι θέλουμε χρόνο για πολλά πράγματα. Πριν χαθούν όμως είχαν υποσχεθεί κάτι, πως αν περάσουν τα χρόνια, πάντα θα θυμάται ο ένας τον άλλο, πάντα θα είναι εκεί και ίιισως κάποια στιγμή έχουν και ένα παιδάκι.
-Τον αγαπάς;
Βαθιά ανάσα και τα μάτια της κόλλησαν στο ταβάνι. – Που την έμαθες αυτήν την λέξη βρε αλητάκο; Επειδή στην λέω εγώ;
-Επειδή το λέει ο μπαμπάς.
-Σου λέει ότι σε αγαπάει ε; Σε αγαπάει πολύ πολύ!
-Ότι αγαπάει εσένα.
Αυτό ήταν… εισπνοή που κράτησε δευτερόλεπτα, δευτερόλεπτα που άγγιξαν το μυαλό της και γύρισαν πάλι πίσω για να γίνει εκπνοή.
-Και εγώ αγαπώ τον μπαμπά, είναι καλός δεν είναι;

Μα πόσο παραπάνω πράγματα ξέρουν τα παιδιά; Πόσα μπορεί να κρύβουν, να γνωρίζουν και πόσο τελικά “κατά λάθος ”μαρτυρούν τα όσα λένε;

Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά, έναν μπόμπιρα και μια γυναίκα με μακριά μαλλιά. Μα κάτι στην μέση την ζέσταινε, την εμπόδιζε… Μα μετά από λίγο άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε τέσσερα γατήσια πατουσάκια να τεντώνονται ανάμεσα τους. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, περπάτησε ξυπόλυτη για ακόμα μια φορά στο ξύλινη πάτωμα του δωματίου, στο κρύο πάτωμα από πλακάκι στον διάδρομο και το χέρι της γλίστρησε πάνω στον διακόπτη του μπάνιου. Άνοιξε την βάνα του νιπτήρα, τον σφράγισε και άφησε να πέσει νερό μέσα. Το πρόσωπο της χάθηκε στην υγρή αυτή καλημέρα, έχοντας ανοιχτά τα μάτια, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα και σηκώθηκε απότομα σαν να ξεβράστηκε.
-Θέλω να μιλήσουμε, έλα από εδώ να φάμε…
Το μεσημέρι έφτασε και το τραπέζι είχε ήδη στρωθεί, ο μικρός ζωγράφιζε με τους πολλούς μαρκαδόρους το χαρτί του μαζί με το ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού.
-Να δεις που κάποια στιγμή θα πλουτίσομε από τον μικρό. Θα γίνει μεγάλος ζωγράφος και εμείς θα πουλάμε τα τραπεζάκια του!
-Δεν σου είπα… Γνώρισα κάποια.
-Τέλεια. Για πες!
Όσο άκουγε σκεφτόταν το πώς θα το μεταφέρουν στο παιδί, σκεφτόταν ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να μάθει και ίσως να ήταν καλό να γίνει τώρα, μέσα από μια ιστορία πάλι, ένα μικρό παραμυθάκι…
-Θέλω να του μιλήσουμε για εκείνον…
Σιώπησε, την κοίταξε και είδε ότι δεν θα μπορούσε να την σταματήσει.
-Είναι μικρός ακόμα, μήπως να περιμέναμε λίγο…
-Προχθές με ρώτησε γιατί δεν μένεις εδώ… αργότερα θα ρωτήσει γιατί δεν μοιάζουμε, θα πρέπει να ξέρει, είναι έξυπνα πολύ.
-Και τι είπες;
-Ξεκίνησα με ένα παραμύθι για εμάς, μετά νομίζω κατέληξε μαλακία. Απλά όσο πιο όμορφα το πάρει τώρα τόσο το καλύτερο και για το ίδιο το παιδί.
-Θες να το πούμε μαζί;
-Δεν ξέρω…
-Λοιπόν, θα τον πάρω μετά να του πω εγώ μια ιστορία οκ?
-Εντάξει. Πάμε να φάμε γιατί μας βλέπω να τρώμε χρώματα και χαρτιά. ΕΕΕ μικρέ, έλα, άσε τον καμβά σου και έλα να φάμε.
Ο μικρός έψαχνε να βρει τι ακριβώς του λέει, δεν έκανε τίποτα, τα μόνο που έκανε ήταν να ζωγραφίζει ήσυχος πάνω στο μεγάαααλο χαρτί που είχε ο ίδιος δημιουργήσει.

Σκηνή 6η

-Ξέρεις μικρέ μου, υπάρχουν πολλά πολλά παιδάκια που ζούνε σε ένα μεγάλο αστέρι. Αυτά τα παιδάκια ζούνε μόνα τους, περιμένουν κάποιον να τα δει και να τα πιάσει από το χεράκι, να τα πάει μια μεγάλη βόλτα.
-Γιατί ζούνε μόνα τους; Δεν έχουνε μαμά και μπαμπά;
-Δεν έχουν όλα, κάποιοι μπαμπάδες και μαμάδες δεν μπόρεσαν να το κρατήσουν γιατί ήταν τόσο λαμπερό αστεράκι που ήθελαν να το αφήσουν στον ουρανό για να φωτίσει σιγά σιγά και άλλους ανθρώπους.
-Δεν τα αγαπάνε;
-Τα αγαπάνε πολύ, μα δεν έχουν τόσο δυνατά χεράκια για να τα ακουμπήσουν. Ξέρουν όμως ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που κοιτάνε συχνά τα αστέρια και μέσα σε αυτά τα αστέρια υπάρχουν πολλάαα παιδάκια σαν εσένα.
Τον έπιασε από το χέρι και τον έβγαλε στο μπαλκόνι να δει τον ουρανό. Κάθισε σε μια καρέκλα και τον πήρε αγκαλιά της. – Τα βλέπεις αυτά τα αστεράκια που λάμπουν;
-Ναι. Είναι παιδάκια μόνα τους;
-Όχι όλα, μα κάποια ναι.
-Και ο χριστούλης ήταν μόνος του; (μα πόσο έξυπνα μπορεί να γίνουν;)
-Είδες όμως; Ήταν ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι που το αγάπησαν πολλοί.
-Τα παιδιά που δεν είναι μόνα τους δεν είναι αστέρια;
-Είναι αλλά διαφορετικά.
-Εγώ γιατί είμαι; Δεν είμαι μόνο μου, έχω εσάς. Είχε τόσο παράπονο το βλέμμα του, ο λόγος…
-Ήσουν ένα αστεράκι τόοοσο δα μικρό και όμορφο… εγώ με τον μπαμπά αγαπάμε τα αστέρια πολύ, ήσουν μοναχούλι σου και έπεσες στην αγκαλιά μας, μα κάποιοι στιγμή θα δεις ότι θα σου λείπει εκείνο το μεγάλο αστέρι και θα θελήσεις να το βρεις… και τότε η μαμά και ο μπαμπάς θα σε πιάσουν από το χεράκι και θα σε πάνε εκείνοι, μαζί με εσένα παρεούλα.
-Τι γίνονται τα αστεράκια μαμά;
-Ψάχνουν να βρούνε κάποιον που αγαπάει τα αστέρια…

3
(Visited 43 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *