Blurry Thoughts: Ένα γράμμα σε μένα

Σε μια άλλη περίπτωση θα φυσούσα το τετράδιο μου από την σκόνη και θα ξεφύλλιζα τις λέξεις που έχω γράψει στο παρελθόν. Εκείνες που με έτρωγαν σαν σκιές στον ύπνο μου και ούρλιαζαν για να τις αφήσω ελέυθερες.

Θα γυρνούσα τις σελίδες και θα μύριζα τον χρόνο που πέρασε από πάνω τους, τον χρόνο που έκανα για να γράψω μα και εκείνον που βλέπω κάθε φορά να με αλλάζει. Μα αυτός είναι πάντα εκεί και με προσπερνά δίχως να μπορέσω να πάρω ανάσα, γίνεται παρελθόν σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου.

Οι καιροί όμως αλλάζουν και τα δάχτυλα μαθαίνουν να χτυπούν το πληκτρολόγιο ακόμα πιο γρήγορα, δίχως όμως τον δικό σου καλλιγραφικό τρόπο. Δίνουν ρυθμό και νεύρο σε ότι και αν έχεις να γράψεις, δίνεις παλμό σε μικρές λέξεις που έχουν τόση σημασία όσο εκνευριστικός και αν είναι ο ήχος που κάνεις γιατί το μυαλό σου έχει πάρει φωτιά, σαν δάσος τον Αύγουστο.
Και είναι άδικο αυτό που γράφεις σε μια οθόνη να μην έχει κάτι από εσένα. Αλλά έτσι είναι, ακόμα και στα βιβλία που διαβάζεις, λέξεις, συναίσθημα και τίποτα προσωπικό, όπως το μελάνι που χύθηκε από το στυλό, το άρωμα που ψέκασες για να φύγει η μούχλα από το δακρυσμένο σου χαρτί, ακόμα και όταν το τσαλάκωσες από τα νεύρα σου γιατί δεν ήταν καλό ή είχε τόσο πόνο που θέλησες να τον διαλύσεις.

Και όσο περνά ο καιρός, βλέπω πως η γραφή μου αλλάζει ανάλογα την ανάγκη που έχει. Μα η γραφή, ο λόγος, έχει πάντοτε ανάγκη να εκφραστεί όσο λιτό και αν είναι ή όσο περίπλοκο κι αν είναι για κάποιους. Είναι σαν να δείχνεις ένα σύννεφο σε ένα παιδί. Τα μάτια του βλέπουν χιλιάδες πράγματα που δεν τα εντοπίζουν όλοι. Μα ξέρεις τι; Δεν θες να το εντοπίσουν όλοι. Αυτός είναι ο σκοπός. Γιατί το να γράφεις είναι ένας μικρός λαβύρινθος που δίνεις απλόχερα σε όλους. Πόσοι έχουν την ικανότητα να βγουν από αυτόν; Ακόμα καλύτερα… πόσοι είναι αυτοί που τολμούν να μπουν σε αυτόν;

Έτσι και εγώ, ξεφυσώ αυτό το άψυχο δίχως συναίσθημα πράγμα, που δίνει απλά έναν ήχο, μια άνεση στην έκφραση μα ξέρει πολύ καλά πως μπορεί να κρύβομαι. Οι λέξεις όμως υπάρχουν εκεί και σκίζουν τα σωθικά μου κάθε φορά που βουλώνω το στόμα μου για να μην πάρουν ανάσα. Τις αφήνω να πνιγούν και να φτάσουν στον πάτο και να χαθούν. Μα εκείνες είναι έξυπνες και βγαίνουν στον αφρό, επιπλέουν στο μυαλό μου και σαν εκδίκηση πιπιλάνε κάθε νεογνό που ξεπετάω, γδέρνουν την σάρκα του και το αφήνουν να σπαρταράει μέσα μου και να με θολώνει.

Ξέρεις το μυαλό είναι μικρό, ένα συρτάρι που έχεις μάθει και τα πετάει όλα μέσα, δίχως κατηγορίες και κλειδαριές. Και όλα αυτά γεμίζουν, βγαίνουν σαν ύαινες από τις σπηλιές και το γέλιο τους ακούγεται στα αυτιά σου.

Μάθε να σιωπούν και αυτές, πέτα νεογνά που θα σφαγιαστούν και συνέχισε απλά να παρακολουθείς.

Υ.Γ Ευχαριστώ για την φωτογραφία την Κατερίνα Βλάχου. (Το αρχείο ανήκει πίσω στο 2011 και σε κάποιο project).

(Visited 38 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.