Γορκινγ Κλας Χιρο #2: Κάπου στα Ταμπούρια

Προσπαθώ να θυμηθώ ποια δουλειά από όσες πέρασα ήταν η χειρότερη για να μπορέσω να σας γράψω κάτι με την σειρά, αλλά καταλήγω πως για να άλλαξα κάμποσες και διάφορους κλάδους, προφανώς όλο και κάπου ξέθαβα και ένα μικρό διαμαντάκι. Θα μπορούσα να γίνω κυνηγός ταλέντων στην μαλακία, στο θράσος ακόμα και γλύψιμο, αλλά η μοίρα θέλησε να τα γευτώ όλα λίγο πολύ.

Αλλά κάπως έτσι έκανε η μικρή Jo, που αν και μετά το λύκειο συνέχισε να απορροφά γνώσεις, δυστυχώς τα χρήματα δεν ήταν ποτές αρκετά για την φαμίλια. Έτσι λοιπόν κάτι θα έπρεπε να κάνει. Να ταν κάπου το 2000 (μα τα χίλια κατοστάρικα…τα χρόνια είναι πολλά και σύνταξη δεν βλέπω) που πήρε το μικρό κασελάκι της και στήθηκε μπροστά από τα πανεπιστήμια και τα υπουργεία για να γυαλίζει ολημερίς τα πανάκριβα παπούτσια των εργαζομένων. Σε αυτό φυσικά με είχε βοηθήσει το εντατικό μάθημα με τον Βασιλάκη Καϊλα και οι έξτρα ταινίες του που έβλεπα. Δυστυχώς έπιασα πάτο, γιατί τα «γαμώ» τα υπουργεία μου δεν είχα πλέον τόσο καλό παπούτσι να γυαλίσω όπως και τα πανεπιστήμια δεν είχαν μαθητές που θέλαν να λερώσουν το σταράκι τους.
Με αυτά και με αυτά, ξεκίνησε να εργάζεται μετά την σχολή εκτός Σαββάτου αλλά Κυριακής (είναι που δεν πήγαινα εκκλησία μάλλον) σε μια μεγάλη εταιρία του χώρου με πολλά αδέρφια (πως λέμε τα 7 αδέρφια.. ! Α θα σας το κάνω ταβέρνα λοιπόν για νομικούς λόγους (παίζει και να με καταγγείλουν), όπου ας πούμε ότι ήσανε η 2η βάρδια του να ετοιμάζει τον κατάλογο (α;).

Κάθε μέρα, μετά την σχολή λοιπόν έπαιρνε το καρβουνιάρικο και πήγαινε στα ταμπούρια του Πειραιά (άσχετο μέρος αλλά σκεφτείτε το και σε ασπρόμαυρο) για να ξεκινήσει την βάρδια της. Στον χώρο όπου και περνούσε άλλες φορές 6 ώρες και άλλες 7, ήταν μονάχη με ένα μικρό τρανζίστορ για συντροφιά, ενώ δίπλα ήταν η λίγο παράξενη Μάρω που κρατούσε το ταμείο. Περισσότερα χρόνια από μένα και με ειδίκευση στην βιολογία. Μάλλον τα πράγματα δεν πήγαν καλά και οι σπουδές δεν την έφτασαν στην καριέρα που πάντα ήθελε. Μαζί λοιπόν τα έλεγαν κλεφτά ή όποτε ήταν ο δρόμος της να περάσει από μπροστά της, ενώ στο εσωτερικό υπήρχαν εκείνη την ώρα 1 κοπέλα που έβλεπε στο μαγειρείο – η αδύνατη Θεανώ – και δίπλα της ο τρελός Παντελής, το ένα εκ των αδερφών. Άγαμος θύτης, με απωθημένα όπως όλοι και με μια ανιψιά να αγαπά πολύ. Ο Παντελής είχε κρίσης τρέλας και κυρίως την ώρα που το μαγαζί ήταν γιομάτο με προσωπικό, πριν τις 6 το απόγευμα. Ήταν σχετικά όμως ο πιο ήρεμος από όλους. Το μαγαζί όμως είχε και άλλους ορόφους, καθότι το μεροκάματο με τους ναύτες δεν έβγαινε. Έτσι λοιπόν τα υπόλοιπα αφεντικά ήταν απλωμένα και κλεισμένα στα γραφεία τους άλλοτε και άλλες φορές πάλι έβγαιναν να φέρουν κόσμο. Όλοι τους άνω των 60, άλλοι με οικογένειες, άλλοι χοίροι και άλλοι ανύπαντροι. Ο κάθε ένας είχε και μια ιστορία να σου αφήσει, όπως το να σου δώσει μπατσάκι στον κώλο ενώ ανεβαίνατε μαζί την σκάλα προς την σάλα, άλλος να σου πει ότι πρέπει να υπογράψεις παραίτηση (ούτε καν απόλυση), γιατί θέλησες να επισκεφθείς την θεία από το Σικάγο και άλλος να τσακώνεται με τον άλλο αδερφό και αφεντικό σου για το ποιος θα σε πρώτο πάρει – για δουλειά – και να ρίχνουν το φταίξιμο σε σένα.

Όχι εντάξει παράπονο δεν είχε, ένσημα είχε, Κυριακές εργαζόταν, νεύρα και άγχος της  δημιούργησαν, τα κλάματα έβαλε… όλα μέσα στην ζωή είναι. Δεν άντεξε όμως και μετά το ταξίδι στην θεία από το Σικάγο, έκλεισε για πάντα την πόρτα πίσω της. Το πάντα όμως είναι σχετικό και δεν ξέρεις την διάρκεια ζωής του, ειδικά όταν έχεις ανάγκη από εργασία ή θεωρείς ένα βήμα πιο πάνω όταν σε ζητούν πίσω. Και επειδή ήταν και είναι μαλάκας, πήγε 1 χρόνο μετά, και επειδή είναι μαλάκας δέχθηκε ακριβώς τα ίδια. Η τρυφερή ηλικία που λες ότι έχεις την ζωή στα χέρια σου και δεν θα αφήσεις κανέναν να την πειράξει… έ μαλακίες! Βρείτε μου έναν που δεν έχει γαμηθεί η ψυχολογία του στην πρώτη του δουλειά. Είναι σαν να χάνεις την παρθενιά σου και να σε αφήνουν στην ερημιά σαν τη Ζωίτσα την Λάσκαρη.

Έτσι που λες, πήγε, πάλι παράλληλα με την σχολή, χάνοντας πράγματα που ήθελε και ζωή, για 1,5 χρόνο σύνολο. Έβγαλε την σχολή περήφανα όμως (μοδίστρα θα μπορούσα) και άφησε το πιτυχίο της σε ένα φάκελο στο συρτάρι. Anyway, το τελικό χτύπημα μέσα σε όλα (και δεν ήταν λίγα, μια μέρα και μια νέα εμπειρία για το βιογραφικό σου αποκορύφωμα) ήταν όταν έφεραν τον έξτρα αδερφό που δεν είχαν γνωρίσει ποτές, για νέο λογιστή. Όχι ρε φίλε και σχωράτε με δηλαδίς αλλά δεν άντεξε το κορίτσι. Δεν μπόρεσε να χαμογελάσει και πολύ όταν της την έπεσε μέσα στο ασανσέρ – εντάξει πόσο της εποχής πχια – και πήγε να φάει και άλλο μπατσάκι (αν είναι να φάω μπατσάκι να είναι « μπατσάκι γουρουνάκι δολοφονάκι». Εκεί τα βρόντηξε όλα πραγματικά.. εκεί σκέφτηκε πραγματικά ότι η επιθεώρηση εργασίας θα γινόταν το δεύτερο της σπίτι.

Κάπως έτσι η μικρή Jo έκοψε κάθε σχέση και προχώρησε για τον επόμενο κατήφορο που θα έβρισκε.

(Η ιστορία είναι πέραν για πέραν αληθινή με δόσεις φαντασίας, Τυχόν γεγονότα και καταστάσεις θεωρείστε τα… αληθινά. Ονόματα τυχόν και μπατσάκια, θα μετονομάζονται).

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας.

Η μικρή Jo

3
(Visited 91 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *